Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ της ΒΑΛΕΝΣΙΑ

Στον Φίλο Στράτο Δουκάκη
Στρατής Γιαννίκος

Κι ως ξόδευε τη νιότη του ανάμεσα  στα γιασεμιά
Ανάμεσο στις πολεμίστρες της Μήθυμνας, σαν διάβαινε
Μια τρίαινα εφάνη στον πιο ακρινό του κάστρου
Προμαχώνα
Κι είπε δεν την αντέχω την αιώνια άνοιξη.
Τις ευωδιές του λιμανιού, την αρμύρα του βουνού
Βάρος τα νιώθω.
Βάρος τα νιώθω τ’ αστέρια τ’ ουρανού

Επήρε τις θάλασσες
Να βρει πατρίδα μακρινή.
Να βρει πατρίδα άλλη.
Χωρίς νερό – χωρίς γυαλό.
Εβγήκε  στα πέλαγα
Ετράβηξε να οργώσει –
 τις  στράτες της ζωής
Ζυμωμένος μ’ άνθια.

Δώθε Μεσόγειος – Κείθε οι Άτλαντες.
Έψαχνε να ‘βρει  το Μεγάλο Νερό
Και να το προσπεράσει.
Το Γκράντε της Βενετίας Κανάλε
Έψαχνε.
Τι πίσω ήθελε να αφήσει
Τους καταρράκτες της θύμισης.
Κι έφθασε με έσοδό του - το ξόδι της πατρίδας
Σε απόμερη ακτή  της μακρινής Βενεζουέλας.

«Μαρακαΐμπο, Μαρακαΐμπο
Κι εδώ νερό;
Μαρακαΐμπο, Μαρακαΐμπο
Κι εδώ αιώνια άνοιξη;»

Ζητούσε μια χώρα μακρινή
Χωρίς αρμύρα, χωρίς νερό.
Χωρίς την ταξιδιάρα  θάλασσα.
Κι εβρήκε το απύθμενο του ωκεανού ποτάμι.

Έφυγε μακριά, μίλια και μίλια
Πέρα από τα ύδατα-τα χλοερά της θύμισης.
Κι ως έφθασε στα ύψη που ζητούσε
Έστειλε μήνυμα – προσευχή
Να ακούσουν πλανεύτρες θάλασσες
 κι οργίλοι ωκεανοί:
«Απάγκιο μου Βαλένσια.
Απ’ άγιους θαλασσινούς
Και  μνήμες ξελογιάστρες – χώρια
Εδώ είναι η θάλασσά μου.
Εδώ η μνήμη θα αγκυρώσει».
Εφίλησε το χώμα της Βαλένσιας.
Κι είπε:
«Λιμάνι μου στερνό
Και της ψυχής μουράγιο.
Πέρα από την ψεύτρα θάλασσα
 τον  δολερό Ωκεανό.
Λιμάνι της ψυχής μου - εδώ
Στις στράτες της Βαλένσια» 

Από τη Μήθυμνα που γεννήθηκα στη Βαλένσια της αποδημίας μου