Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Eυεργέτημα του Τεριάντ
.
Στη Βαρειά, λίγο έξω από την πόλη της Μυτιλήνης σε μια μαγευτική τοποθεσία και μέσα στους ελαιώνες υπάρχει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ, ενός από τους μεγαλύτερους τεχνοκριτικούς σε παγκόσμια κλίμακα. Άνοιξε τον Αύγουστο του 1979 και στεγάζει το σύνολο του εκδοτικού έργου του με εκπληκτικές εικονογραφημένες εκδόσεις πρωτότυπα έργα και λιθογραφίες, βιβλία γραμμένα με το χέρι και εικονογραφημένα από τους μεγαλύτερους ζωγράφους του 20ου αιώνα: Πικασό, Σαγκάλ, Ματίς, Μιρό, Ρουώ, Λεζέ. Τζακομέτι, Λε Κορμπυζιέ κ.α.


Ανάμεσα στο πατρικό του σπίτι και στο Μουσείο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου που στεγάζει τα 86 αριστουργήματα της Λαϊκής Τέχνης του Θεόφιλου, δωρεά κι αυτά του μεγάλου ευεργέτη Τεριάντ στο Δήμο Μυτιλήνης βρίσκεται το μοναδικό στον κόσμο αυτό μουσείο-κόσμημα. Έτσι ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει την εξέλιξη της τέχνης στον αιώνα μας, μέσα από τους χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της.
«Δυστυχώς όμως το Μουσείο Τεριάντ αργοπεθαίνει στη μιζέρια που το καταδίκασε η αδιαφορία του ελληνικού κράτους. Τα έργα εκτεθειμένα σε απαράδεκτες συνθήκες. Σε υγρασία, με τον ήλιο να τα τρώει, σκονισμένα, σε συνθήκες πραγματικής ντροπής. Σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του πολιτισμένου κόσμου μια τέτοια συλλογή έργων τέχνης θα αντιμετωπιζόταν καταπώς της άξιζε, θα αντιμετωπίζονταν σαν εθνικός θησαυρός. Σε οποιοδήποτε άλλο μέρος. Όχι όμως στην Ελλάδα και στη Μυτιλήνη».
Μετά το θάνατο του Τεριάντ στο Παρίσι η σύζυγός του Αλίς, περνούσε τα καλοκαίρια της στη Μυτιλήνη κι έβλεπε από κοντά και πικραινόταν για τη στάση των υπευθύνων του μουσείου. Μες σ’ αυτή την κατάντια, το μουσείο έπεσε και τρεις φορές θύμα κλοπής. Κι όλα αυτά ήταν η αιτία που η συλλογή Τεριάντ στο Παρίσι, με πίνακες, τεράστιας αξίας, που σκοπό είχε να δωρίσει στο Μουσείο της Βαρειάς, τελικά θεώρησε πως καλύτερη τύχη θα είχαν στο Μουσείο Ματίς.
«Δεν μπορείτε να καταλάβετε», έλεγε πριν ένα χρόνο η Ντομινίκ Σιμιζιάκ, διευθύντρια του γαλλικού Μουσείου Ματίς, «τι δυνατότητες κρύβει η δυστυχώς θαμμένη στο Μουσείο της Βαρειάς συλλογή».
Οπότε φανταστείτε τι χάσαμε. Σε μια εποχή τεχνοκρατίας και φθηνής κουλτούρας, επιτέλους ας κατανοήσουν όλοι οι φορείς ότι έχουμε χρέος* στο όνομα της μνήμης του Στρατή Ελευθεριάδη να σεβαστούμε το μοναδικής αξίας Μουσείο που ο μεγάλος ευεργέτης δημιούργησε και δώρισε στη Λέσβο και τη χώρα μας.
*Το ανεξόφλητο χρέος της πνευματικής Λέσβου
Απόσπασμα από την ομιλία του ποιητή και κριτικού κ. Δημήτρη Νικορέτζου
στην εκδήλωση της ΟΛΣΑ
«Αισθάνομαι την ανάγκη μιας προσωπικής εξομολόγησης για τον Tèriade, τον μεγάλο αδικημένο της αναγνώρισης και της υστεροφημίας. Ο Tèriade, ο μεγάλος μύστης και μέντορας της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας στο Παρίσι, ο μαικήνας όλων των ιερών τεράτων της ζωγραφικής, δεν ευτύχισε και δεν αξιώθηκε –στο μέτρο και στο βαθμό που του αναλογούσε- να βρει στην πατρίδα του την τιμή που του έπρεπε. Για το πλατύ κοινό έμεινε –και μένει ακόμα- ένας μεγάλος άγνωστος, καλυμμένος στη σκιά της ανωνυμίας ή το πολύ-πολύ με την ταυτότητα ενός κάποιου σημαντικού ανθρώπου “που ανακάλυψε τον Θεόφιλο”. Η αποκατάσταση της ιστορικής αυτής ανακολουθίας, ήταν που κατηύθυνε την ευαισθησία μου να δώσω μια κάποια ειδική έμφαση στη δική του φυσιογνωμία.
»Η Λέσβος στάθηκε η αγλαόδωρη μοίρα και η μυθική τροφός του Tèriade. Η μοίρα αυτή που ξεπήδησε απ’ αυτά τα νερά –τα ιστορικά νερά- του Αιγαίου, απ’ το νησί της Ψάπφας ως τα παράλια τα “καρσινά”, εννοώ τ’ “απεναντινά”, της μικρασιατικής Ιωνίας. Ο αέρας ο θαλασσινός, που ερχόταν απ’ τα μπουγάζια του Αϊβαλιού, μαστόρεψε τη γλώσσα του, κάνοντάς την με την τέχνη, εργαλείο μαγείας. Όμως η μικρή πατρίδα δεν έδεσε τα φτερά του. Του έδωσε το γκόλφι και τον ξεπροβόδησε σε άλλους ορίζοντες, πιο μεγάλους και πιο θαυμαστούς.
»Είναι πια καιρός που ο Tèriade εγκατέλειψε τις εγκόσμιες μέριμνες και τη ματαιότητα των ανθρωπίνων και “έδεσε κάβους” στην πολιτεία των ασφοδελών και των ίσκιων. Από τις 23 Νοεμβρίου του 1983 αναπαύεται μακριά απ’ το νησί της καταγωγής του, σε αλλότρια γη στο κοιμητήριο του Montparnasse. Τον τύλιξε η τεφρότητα του γαλλικού φθινοπώρου, χωρίς ένα μαντήλι αποχαιρετισμού από τη Ελλάδα, μακριά απ’ τη θαλπωρή και τη έγνοια των συμπατριωτών του. Εκεί στην ξενιτιά, στα χώματα της Εσπερίας, όπου η μοίρα όρισε να πληρώσει το κοινό ανθρώπινο χρέος, κανένας Έλληνας δεν βρέθηκε να τον νεκρολογήσει, να του μιλήσει με λόγια ελληνικά. Κανένας Έλληνας δεν ήρθε απ’ την πατρίδα του, απ’ το νησί του, να του φέρει ένα κλωνί λεσβιακής ελιάς, να τον συντροφεύει στο κοιμητήριο του Montparnasse. »Η πατρίδα γυμνή. Κανένα του άγαλμα, καμιά προτομή δεν αγλαΐζει τη Λέσβο, τον τόπο της φύτρας του, απ’ όπου βλάστησε το πρώτο του κύτταρο. Πόσο ωραίο θα ήταν –σκέφτομαι- να έφερναν τα οστά του στη γη των πατέρων του και να τα εναπόθεταν σ’ ένα χλοερό ξάγναντο στο αιολικό νησί. Η χοϊκή του ύλη να ξαναεπέστρεφε στη γη, ανάμεσα στις συστοιχίες των ελαιώνων και στη θαλασσοβροχή του Αιγαίου. Πόσο ωραίο θα ήταν…».
Μηθυμναίος

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Φλογισμένες Πέτρες

Το βιβλίο της Βάνας Κοντομέρκου
Στους Ανθρώπους του κόσμου
με ένα χαμόγελο κι ένα λουλούδι φιλίας
.
Στην Αγράμπελη της Ναυπακτίας ξετυλίγεται το δεύτερο μυθιστόρημα της συγγραφέως, η οποία έχει γεννηθεί στην Αθήνα και ζει στις ΗΠΑ εδώ και 20 χρόνια. Τέλη του '30, ο Πάνος, φτωχόπαιδο, αλλά με κλίση στα γράμματα, επιθυμεί διακαώς να σπουδάσει. Την πορεία του προς τη μόρφωση φράζουν πολλά εμπόδια, μα θα τα καταφέρει. Παράλληλα, ερωτεύεται τη συμμαθήτριά του, Αννα Βλαντή, κόρη της πιο πλούσιας οικογένειας του χωριού. Εκείνη, αν και τρέφει τα ίδια συναισθήματα γι' αυτόν, θα τον περιφρονήσει, λόγω της χαμηλής κοινωνικής του θέσης. Η δεκαετία που έρχεται θα συνταράξει μαζί με την Ελλάδα και τις ζωές τους: Κατοχή και Εμφύλιος σφυρηλατούν τους χαρακτήρες των δύο ηρώων και αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο να καταλήξουν μαζί.
.

Οπισθόφυλλο

«Τα μάτια του είχαν στεγνώσει από τα δάκρυα και έτσουζαν. Ο μεσημεριάτικος ήλιος γυάλιζε τις γυμνές στρογγυλές κορφές των βουνών απέναντι και τις έκανε γλιστερές, μεθυστικές, σαν τα αλαβάστρινα στήθια γυναίκας. Λεν μπόρεσε να μην τη σκεφτεί. Χθες βράδυ δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Όλη νύχτα στριφογύριζε εφιαλτικά στο στρώμα του. Και, παρόλο που η ψυ­χή του αιμορραγούσε από τα λόγια της, τα μάτια της Άννας έρχονταν συνέχεια μπροστά του, έτσι όπως τα είδε σε κείνα τα δευτερόλεπτα στη βρύση, και του σάλευαν το μυαλό...»
Ο Πάνος, φτωχόπαιδο από το χωριό Αγράμπελη της Ναυπα­κτίας, έχει βάλει στόχο της ζωής του να σπουδάσει, και μέσα από μύρια βάσανα το πετυχαίνει. Συμμαθητής με την Άννα Βλαντή, κόρη της πιο πλούσιας οικογένειας του χωριού, την ερωτεύεται κρυφά. Ο έρωτας χτυπάει και εκείνης την πόρτα, δεν θέλει όμως να το παραδεχτεί, κι έτσι κάνει τη ζωή του Πάνου πολύ δύσκολη...

Η ιστορία που ξετυλίγεται στις Φλογισμένες Πέτρες της Βάνας Κοντομέρκου καλύπτει τον πό­λεμο του '40, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Είναι ένα ζωντανό χρονικό, καθώς τα πάση της εποχής διαμορφώνουν τους χαρακτήρες. Στο τέλος, όμως, η ανθρωπιά ξετρυπώνει δει­λά το πρόσωπο της και σώζει τον κόσμο. Ο πόλεμος, όσο κι αν βγάζει απειλητικά τα δόντια του έχοντας ως συμμάχους του τη βία και την ανυποληψία, το μίσος και τη θηριωδία, είναι αυτός που βγαίνει χαμένος, καθώς η ζωή παίρνει την εκδίκηση της μέσα από τα νιάτα και την ελευθερία του νου.
.
Απόσπασμα από τον πρόλογο του Βασίλη Βασιλικού
.
Στη σημερινή πεζογραφική πραγματικότητα το μυθιστόρημα αυτό
μπορεί ίσως να θεωρηθεί «παλιομοδίτικο».
Ωστόσο, αν αναλογιστούμε ότι
η συγγραφέας -όπως η ηρωίδα της η Άνα- μετανάστευσε
μικρό κορίτσι στην Αμερική, πρέπει να παραδεχτούμε ότι
μακριά από το σημερινό νεοελληνικό «αχταρμά»,
όπου χάσαμε τα αυγά και τα πασχάλια,
η μνήμη περισώζει άφθαρτη την αιτία της σημερινής κακοδαιμονίας...
.
---------
.
Η Βάνα Κοντομέρκου, είναι μια προικισμένη πεζογράφος της Διασποράς
που, ομολογώ δεν γνώριζα.
Κι εννοώ ούτε τη γραφή της, ούτε εκείνη προσωπικά,
παρά μόνο μέσα από τη διαδικτυακή μας επικοινωνία.
Η Βάνα, ας μου επιτραπεί τούτη η οικειότητα,
είναι από εκείνους τους ανθρώπους που χαράζουν
από την πρώτη στιγμή στην καρδιά μας γλυκά μηνύματα
και γίνονται -άθελά τους ίσως- διδάχοι του καλύτερου και του ωραίου.
Δεν τους γνωρίζεις προσωπικά,
δεν έχεις δει ποτέ τη μορφή τους κι όμως… τους θεωρείς δικούς σου.
Κι εδώ δε διστάζω να πω πως είναι ευλογία Θεού το… συναπάντημά μας.
.
Στράτος Δουκάκης
(Δημοσίευση στην εφημ. ΕΜΠΡΟΣ της Λέσβου)